αὐλῳδικούς

αὐλῳδικός
belonging to
masc acc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Πολύμνηστος — Ποιητής και μουσικός από τη Κολοφώνα της Ιωνίας, που άκμασε τον 6o αι. π.Χ. Τελειοποίησε την αυλωδία του Κλονά του Τεγεάτη, έγραψε δε άσεμνα άσματα, τα οποία ψάλλονταν με συνοδεία αυλού. Ο Π. νίκησε στις τρεις πρώτες πυθιάδες το 586, το 582 και… …   Dictionary of Greek

  • κωμάρχιος — ο φρ. (στην αρχ. ελλ. μουσ.) «κωμάρχιος νόμος» ένας από τους κύριους αυλωδικούς νόμους, που προοριζόταν για συνοδεία επιτραπέζιων τραγουδιών στα συμπόσια …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.